Εφοδιαστική Αλυσίδα Προιόντα

Ωδή στα αγγούρια: Τα κυπριακά είναι μικρά, με γελοίο μέγεθος…λένε οι Ευρωπαίοι

…και δεν τολμούσατε ποτέ να ρωτήσετε; Μπα, υπερβάλλω. Δεν θα γράψω όλα όσα θέλετε να μάθετε, γιατί δεν τα ξέρω ούτε εγώ. Μερικά γλωσσικά και ετυμολογικά θα δούμε –του αγγουριού.

Το αγγούρι μετά από έρευνα του Δημήμτρη Σαραντάκου, είναι καρπός που εμφανίστηκε στην Ινδία. Στα αρχαία ελληνικά λεγόταν σικυός ή σίκυος, αλλά τη λέξη αυτή τη χρησιμοποιούσαν επίσης για τα κολοκύθια, που άλλωστε είναι φυτό της ίδιας οικογένειας· από εκεί πήρε το όνομά της και η Σικυών, το σημερινό Κιάτο (περίπου), αλλά δεν ξέρουμε αν ήταν τόπος παραγωγής αγγουριών ή κολοκυθιών. Στα λατινικά λέγεται cucumis, και το επιστημονικό όνομα του αγγουριού είναι cucumis sativus. Η ελληνική λέξη πιθανώς είναι δάνειο, ίσως από κάποια ανατολίτικη γλώσσα, ενώ ο Ησύχιος έχει μια γλώσσα «κύκυον· τον σικυόν», αρκετή για να μας βάλει σε υποψίες μήπως η λατινική είναι δάνειο από την ελληνική ή και το αντίστροφο.

Εμείς όμως σήμερα, το λέμε αγγούρι. Και όχι μόνο σήμερα, αλλά αρκετά παλιά, ήδη από την ύστερη αρχαιότητα· το βρίσκω στον ψευδο-Ιπποκράτη, που δεν τον χρονολογεί το TLG, αλλά περίπου τότε πρέπει να χρονολογείται: οἱ δὲ σίκυοι ἤγουν τὰ ἀγγούρια τὰ ἥμερα διουρητικά εἰσι. Έτσι που το γράφει, συμπεραίνουμε ότι τα αγγούρια ήταν, από τότε, η λαϊκή λέξη.

Κατά το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη, είναι δάνειο από το αραβικό agur, που συνέπεσε φωνητικά με το μεσαιωνικό άγγουρος (= άγουρος). Στο γενικό λεξικό του Μπαμπινιώτη θα βρείτε ότι δίνεται σαν ετυμολογία η προέλευση από το άγγουρος. Στο ΛΚΝ, ο Πετρούνιας δίνει την αραβική ετυμολογία. Θα μπορούσε όμως να είναι και δάνειο από τα πέρσικα (angarah).

Στα γαλλικά το αγγούρι το λένε concombre, στα αγγλικά cucumber, στα ισπανικά cogombro, όλες αυτές οι λέξεις προέρχονται προφανώς από το λατινικό cucumis. Στα γερμανικά όμως το αγγούρι είναι gurke, το οποίο, θα αισθανθείτε περήφανοι αν το μάθετε, έχει ελληνική αρχή. Όμως δεν πήγε απευθείας η ελληνική λέξη στη γερμανική γλώσσα, αλλά… μέσω Πολωνίας. Δηλαδή, το βυζαντινό αγγούριν πέρασε σε ορισμένες σλάβικες γλώσσες (ogurec στα ρώσικα, okurka στα τσέχικα, ogórek στα πολωνικά) και από εκεί στα γερμανικά. Η γερμανική λέξη περνάει και στα ολλανδικά, και στα αγγλικά όπου gherkin λέγεται όχι το κανονικό αγγούρι (αυτό, είπαμε, είναι cucumber), αλλά το μικρό το αγγουράκι που το κάνουμε τουρσί.

Τώρα, στα ιταλικά, πρέπει να το πω, το αγγούρι λέγεται αλλού cetriolo, αλλού όμως cucumero, αλλά anguria (δάνειο από τα ελληνικά) λέγεται σε περιοχές της Βόρειας κυρίως Ιταλίας το… καρπούζι, το οποίο λέγεται σε άλλες περιοχές cocomero. Βέβαια, από φυτολογική άποψη, καρπούζι και αγγούρι είναι πολύ συγγενικοί καρποί, αλλά αρκεί αυτή η συγγένεια για να εξηγήσει το γλωσσικό μπέρδεμα των ιταλικών διαλέκτων; Αλλά για το καρπούζι θα πούμε άλλη φορά.

Το αγγούρι στη γλώσσα σημαίνει τη μεγάλη δυσκολία· τα βρήκε αγγούρια, λέμε, συνώνυμο του «τα βρήκε μπαστούνια» ή «τα βρήκε σκούρα» και αυτή η δουλειά είναι μεγάλο αγγούρι. Για κάποιον που πηγαίνει απαράσκευος σε δύσκολη και επικίνδυνη δουλειά, λέμε «πηγαίνει ξεβράκωτος στ’ αγγούρια» -εδώ μπαίνει στη μέση και ο φαλλικός συμβολισμός– που είναι η πιο άσεμνη παραλλαγή του «πάει ξυπόλητος στ’ αγκάθια». Από την άλλη, όταν συμβαίνουν πράγματα άνω ποταμών που διαταράσσουν τη φυσική ιεραρχία των πραγμάτων, λέμε «σηκώθηκαν τ’ αγγούρια να γαμήσουν τον μανάβη», άσεμνη παραλλαγή του «σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι», παροιμιακή φράση που έχει τουλάχιστον πεντέξι άλλες παραλλαγές, όλες λίγο-πολύ σχετικά πρόσφατες.

Τις τελευταίες μάλλον δεκαετίες, το αγγούρι έχει πάρει και μια άλλη σημασία: για κάποιον που στέκεται άκομψα ή αναίσθητος, ασυγκίνητος, λέμε ότι στέκεται σαν αγγούρι, περπατάει σαν αγγούρι. Στο slang.gr βρήκα ότι την ψηλή και άχαρη γυναίκα τη λέμε αγγούρω. Τους άντρες όχι, διότι όλοι μας έχουμε αρμονικές αναλογίες και είμαστε προσωποποίηση της χάρης. Βέβαια, ο μέγιστος Σμυρνιός ρεμπετοσυνθέτης Βαγγέλης Παπάζογλου είχε το παρατσούκλι «Αγγούρης», που δεν ξέρω γιατί του το βγάλανε. Όποιος έχει διαβάσει Τα χαΐρια μας εδώ, την αυτοβιογραφία της γυναίκας του της Αγγέλας, ίσως ξέρει να μας πει.

Για να συνεχίσουμε την παροιμιολογία, θα ξέρετε όλοι την παροιμία ότι, λέει, η ζωή είναι ένα αγγούρι που άλλος το τρώει και δροσίζεται και άλλος το τρώει και ζορίζεται. Για κάποιον που ζορίζεται, λέμε ότι του έχει μπει το αγγούρι ή έχει το αγγούρι (συχνά προσδιορίζουμε πού το έχει) –για παράδειγμα, στην αυτοβιογραφία του ο Γιάννης Παπαϊωάννου λέει κάπου ότι ο Αιμ. Σαββίδης, συνθέτης του ελαφρού που έγινε λογοκριτής και απηνής διώκτης του ρεμπέτικου, το έκανε αυτό «γιατί είχε τ’ αγγούρι κι έτρεχε», επειδή το ρεμπέτικο του είχε πάρει την πελατεία. Υπάρχει και μια λιγότερο γνωστή φράση, «δεν αξίζει έναν πάτο από αγγούρι», παναπεί δεν αξίζει τίποτα, γιατί το μέρος του αγγουριού που είναι κοντά στη ρίζα, ο πάτος, δεν τρώγεται και τον πετάμε. Ο Πολίτης στις παροιμίες του το δίνει κάπως αλλιώς: τον αγαπώ σαν πάτο από αγγούρι (δηλαδή καθόλου).

Ο Ρήγας στις σκιαθίτικες παροιμίες του δίνει την φράση «ξανόστησες σαν αγγούρι τον Αύγουστο» που τη λέγαν, λέει, σε γυναίκες περασμένης ηλικίας (οι άντρες, ως γνωστόν, διατηρούνταν ακμαίοι και λαχταριστοί ως τα βαθιά γεράματα), ενώ σε μια συλλογή λεσβιακών παροιμιών βρίσκω το περιπαικτικό «δες μια μούρη σαν αγγούρι», και ακολουθεί το υπόλοιπο ποιηματάκι: δε μια μύτη σα σημίτι, δες κάτ’ μάτια σαν κομμάτια, δες κάτ’ πόδια σαν χταπόδια, δες κάτ’ χέρια σαν μαχαίρια.

Υπάρχει επίσης το επιφώνημα αγγούρια καλαβρέζικα! που είναι ευφημισμός θαρρώ για το «αρχ… καλαβρέζικα» αλλά τι σχέση έχει η Καλαβρία δεν ξέρω. Υπάρχουν και τα καλυβιώτικα αγγούρια, τόσο στην πραγματική ζωή όσο και στη φρασεολογία.

Την παροιμία «τον αγαπώ σαν πάτο από αγγούρι», που είδαμε πιο πάνω, ο Πολίτης τη δίνει και σε παραλλαγή από τα Γιάννενα, «σαν πάτο από καστραβέτσι». Το καστραβέτσι δεν είναι το κάστρο του Τζον Κασσαβέτη, είναι το αγγούρι στα ηπειρώτικα και στα επτανησιακά. Θέλω να σταθώ λίγο σ’ αυτή τη λέξη.

Ξέρω ότι χρησιμοποιείται πολύ στη Λευκάδα, ξέρω και για την Κεφαλονιά, αλλά και για την Ήπειρο και τη Βόρεια Ήπειρο. Αν προχωράει και πιο ανατολικά ή πιο νότια δεν το ξέρω, όποιος την ξέρει από άλλη περιοχή ας το δηλώσει. Η λέξη έχει την αρχή της σε νότιες σλάβικες γλώσσες, (krastavac στα σέρβικα, κρασταβίτσα στα βουλγάρικα), αλλά εμείς την πήραμε μάλλον από τα βλάχικα όπου πράγματι είναι castravete στον ενικό και castravetsi στον πληθυντικό· κατά πάσα πιθανότητα δανειστήκαμε τον βλάχικο πληθυντικό (όπως οι Ιταλοί πιο πάνω δανείστηκαν τον ελληνικό πληθυντικό στα anguria). Και στα ρουμάνικα είναι ίδια η λέξη, αλλά το θεωρώ απίθανο να έγινε από εκεί ο δανεισμός· μπορεί όμως να έγινε από τα αλβανικά.

Πέρα από το αγγούρι, υπάρχει και το ξυλάγγουρο που καμιά φορά χρησιμοποιείται σαν επιτατικό του αγγουριού (και στο slang.gr βρίσκω ότι η ξυλαγγούρω είναι η μεγάλη αγγούρω). Θυμάμαι την αιγενήτισσα τη γιαγιά μου που τα έλεγε «αντζούρια», που ετυμολογικά έρχεται από τα τούρκικα (acur, κι εκεί το ξυλάγγουρο). Αλλά στα τούρκικα το κοινό αγγούρι λέγεται salatalιk, όπου salata είναι βέβαια η σαλάτα.

Τι έγραφε ο Μακάριος Δρουσιώτης

Η ΓΑΛΛΙΔΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ χαρακτήρισε τα κυπριακά αγγούρια μικρά, καχεκτικά, με γελοίο μέγεθος που δεν πληρούν τις κοινοτικές προδιαγραφές. Με άλλα λόγια, τα κυπριακά αγγούρια, κατά την κ. Βεζάν, δεν είναι παρά «αγγουράκια». Οντως, οι Κύπριοι λένε τα αγγούρια αγγουράκια, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με το λειψό μέγεθός τους, αλλά οφείλεται σε λόγους… ευγένειας, αφού στη γλώσσα του δρόμου η λέξη αγγούρι παραπέμπει συχνά σε σεξουαλικά υπονοούμενα.

ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ χρησιμοποίησαν τις προάλλες και οι Κύπριοι παραγωγοί και λαχανοπώλες, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για τη φοβερή προσβολή που υπέστη το κυπριακό αγγούρι από τη «Φιγκαρό». Τα κανάλια μετέδωσαν μακρόσυρτα ρεπορτάζ από τους τόπους παραγωγής και τις λαχαναγορές, με τους μανάβηδες να επιδεικνύουν στο φακό υπερμεγέθη αγγούρια, αφήνοντας σαφή σεξουαλικά υπονοούμενα προς τον καθένα που τα αμφισβητεί. Αν και το δημοσίευμα της «Φιγκαρό» ήταν διασκεδαστικό, τα κυπριακά ΜΜΕ το πήραν στα σοβαρά και διείδαν πρόθεση δυσφήμησης της Κύπρου. Αξιοσημείωτη πάντως είναι η διαπίστωση πως κανένας (ακόμη) δεν διασύνδεσε το άρθρο της «Φιγκαρό» με τον τουρκικό δάκτυλο…

ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ειλικρινείς τα αγγούρια που κυκλοφορούν σήμερα στην κυπριακή αγορά είναι όντως αγγουράκια. Αλλά γι’ αυτό, σύμφωνα με τους παραγωγούς, φταίνε πρώτα οι Ευρωπαίοι που μας πουλάνε τους σπόρους. Τα παλαιότερα χρόνια, όταν οι γεωργοί φυλάγανε σπόρους από τη δική τους παραγωγή, η αγορά ήταν γεμάτη με μια μοναδική κυπριακή ποικιλία αγγουριών που παράγονταν στο χωριό Χλώρακα της Πάφου. Τα αγγούρια της Χλώρακας είχαν μήκος μέχρι και μισό μέτρο και πωλούνταν με το κομμάτι. Προτού εμφανιστούν τα θερμοκήπια και τα αγγούρια τρώγονταν μόνο στην εποχή τους είχαν μοναδική γεύση και άρωμα. Ενα αγγούρι, ένα πομιλόρι (κυπριακή ποικιλία ντομάτας) και ένα κομμάτι χαλούμι ήταν το αγαπημένο πρόγευμα του φτωχού.

Τελειώνοντας, όποιος θέλει μπορεί να διαβάσει εδώ μια ωδή στα αγγούρια, γραμμένη το 1881 στην εφημερίδα Μη Χάνεσαι. Την υπογράφει κάποιος με το ταιριαστό ψευδώνυμο Αγγούρ. Αν κάποιος φιλοτιμηθεί να τη γράψει, ας τη βάλει σε σχόλιο να περάσει και στο γκουγκλ. Με τη βοήθεια του cortlinux, την παραθέτω εδώ:

Τα αγγούρια!

Αγγούρι Οδηγός γαρνιτούρα σπιράλ

Τ’ άνθη , τα δένδρα, τα πουλιά, τον ουρανό, την αύρα

Και όσα άλλα βρίσκονται στη φύσι κελεπούρια

Οι ποιηταί μας έψαλαν με δύναμη, με λαύρα,

Όμως κανείς δεν έγραψε μια λέξη για τ’ αγγούρια,

Σαν να καταραστήκανε τα μαύρ’ από τη μοίρα

Και της ποιήσεως για αυτά να κλείστηκε η θύρα.

Αι , είναι τώρα πια καιρός μ’ ολόρθο το κεφάλι

Και με επαναστατική αρειμανία φούρια

Να πούνε: – Είμαστ’ όμοιοι όλοι, μικροί και μεγάλοι

Κι αν είστε σεις τριαντάφυλλα, είμαστ’ εμείς αγγούρια!

Αι! κάτω τα προνόμια και ζήτω η ισότης

Γυναίκες, άστρα, λούλουδα κι αγγούρια αδελφότης!…

Έχουνε δίκηο…. μάλιστα είναι πικρά αλήθεια

Ότι πολλά στη φύσι μας παιδιά παραγκωνίζουν,

Ας πούμε τα λουκάνικα, τες μπάμιες, τα ρεβίθια

Και τόσα άλλα που της γης, το πρόσωπο στολίζουν,

Όμως αυτά για μια στιγμή εγώ θα παραιτήσω

Αφού τ’ αγγούρια μοναχά σκοπεύω να υμνήσω.

Θυμούμαι όταν ήμουνε μικρό παιδί ακόμα

που στο ποστάνι μ’ έτρεχα, όλο ζωή γεμάτο,

κι όταν κανένα έβλεπα να ακουμπά στο χώμα

σαν την ελπίδα πράσινο, σαν την αυγή δροσάτο

από τη ρίζα το’ κοφτα, και με τη μυρουδιά του,

κατάπινα τους σπόρους του, τες φλούδες, τη δροσιά του.

Κι όταν καμία έμπαινε περαστική κυρία

εις το μποστάνι, έκοφτα μικρά πρασινισμένα

και ύστερα -Κυρία μου, από αυτά τα τρία

τα τρυφερότατα, τολμώ να σας προσφέρω ένα…

Κι εκείνη με χαμόγελο ευθύς κρατούσε δύο

Λέγοντας -Σας ευχαριστώ! και έπειτα… αντίο!!

Και πάλι όταν έκοφτα κομμάτια τη ντομάτα

και μ’ ένα αγγούρι έκανα κομμάτια άλλα τόσα,

ψυχή μου! τ’ ήτανε αυτή η αγγουροσαλάτα

Και ποια που την δοκίμασε θα την ξεχάσει γλώσσα;

Κόκκινη εκείνη, τρυφερό τ’ αγγούρι σποριασμένο

Α! τέτοιο ντούο πουθενά δεν βρίσκεις ταιριασμένο!

Τόσο πολύ αγάπησα στη ζήση μου τ’ αγγούρια

Που ‘θελα και στον τάφο μου να φύτρωνε ποστάνι,

Κι όταν με βόδια, με αρνιά, με γίδια, με γαϊδούρια

Παίζοντας τη φλογέρα του ακούω τον τσοπάνη,

Θέλω από το μνήμα μου κάποτε να περνάει

Να τρώει εν’ αγγούρι μου και να με συχωρνάει!..

Αγγούρ.

Subscribe to our Newsletter. Let's stay updated!

Related posts

Premium Craft VOREIA: Εκεί που η μπύρα συναντά την υψηλή γαστρονομία

Taste and Hospitality

Μιχάλης Τσαούτος φέρνει στην Ελλάδα τη βιομηχανική κάνναβη στα ράφια

Taste and Hospitality

To εξαιρετικό Κυπριακό παρθένο ελαιόλαδο

Taste and Hospitality

Αφηστε ενα σχολιο

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη εμπειρία στην ιστοσελίδα μας.
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.

Αποδοχή Μάθε περισσότερα

error: Content is protected !!