Νέα Νεα της Αγορας

Εύβοια: Ορατός ο κίνδυνος της ερήμωσης ολόκληρων χωριών

Λίγες εβδομάδες μετά τις πλεον καταστροφικές πυρκαγιές των τελευταίων ετών, την ώρα που έχουν κλείσει κάμερες και μικρόφωνα, οι κάτοικοι της βόρειας Εύβοιας μετρούν ακόμα τις πληγές τους ζώντας στο απόλυτο γκρίζο, στο οποίο καταδικάστηκε ο τόπος τους για τα επόμενα χρόνια.

Σε μια περιοχή της Ελλάδας, η οποία είχε καταφέρει να κρατήσει ανθρώπους νέους στα χωριά τους, ανθρώπους που ζούσαν από τη ρητίνη, από τα μελίσσια, από την κτηνοτροφία ακόμα και στη δύσκολη δεκαετία της οικονομικής κρίσης, πολλοί σκέφτονται ήδη τη φυγή.

Έχοντας απομείνει με μηδενικά εισοδήματα, χωρίς δουλειά και σε κάποιες περιπτώσεις και χωρίς κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους, δε βλέπουν πια μέλλον στον τόπο που τους γέννησε ή – σε άλλες περιπτώσεις – τους φιλοξένησε για δεκαετίες. Το μόνο που περιμένουν είναι η εξειδίκευση των μέτρων που τους αφορούν για να πάρουν μάλλον τη σημαντικότερη απόφαση για τη ζωή τους.

Καμένη γη / Οι ψυχές κάτω από τόνους στάχτης | Αυγή

 «Τελειώσαμε, μείναμε σύξυλοι» – Κραυγή αγωνίας από ρητινοκαλλιεργητές για την επόμενη μέρα στην Εύβοια

Με το χειμώνα μπροστά, με το βλέμμα στον ουρανό φοβούμενοι για μια βροχή που θα φέρει πλημμύρα καταστρέφοντας και την τελευταία ελπίδα και το καμένο δάσος που η γενιά τους δε θα ρητινεύσει ξανά αφού για να αναγεννηθεί και να ωριμάσει απαιτούνται περί τα 40 χρόνια, δεν κρύβουν ότι η υπομονή τους στερεύει.

Ο κίνδυνος να ερημώσουν ολόκληρα χωριά, τα οποία μέχρι το καλοκαίρι στηρίζονταν αποκλειστικά στην πρωτογενή παραγωγή ή στις ήπιες μορφές τουρισμού είναι κάτι παραπάνω από ορατός με ορισμένους που είχαν μία εναλλακτική να έχουν ήδη εγκαταλείψει την περιοχή.

Ενας απ’ αυτούς ο Ρολάνδος Παύλου, ο οποίος ερχόμενος από την Κύπρο βρήκε στο χωριό Αχλάδι τον «παράδεισο» που αναζητούσε δημιουργώντας εκεί όχι μόνο τη μικρή του επιχείρηση, αλλά και την οικογένειά του. Οταν είδε το σπίτι του και τα χωράφια του, στα οποία καλλιεργούσε αρωματικά φυτά για τα καλλυντικά που έφτιαχνε να γίνονται στάχτη, πήρε τη δύσκολη απόφαση να φύγει και να εξασκήσει το επάγγελμά του ως γιατρός στην Αθήνα.

 «Η επιθυμία μου είναι να αποκαταστήσω το σπίτι και να επιστρέψω. Είδα με μεγάλη ελπίδα ότι ορισμένα φυτά που καλλιεργούσα σε ένα τμήμα του κτήματος, από το οποίο πέρασε επιφανειακά η φωτιά, <ξανάδωσαν>. Αυτό μου δίνει ένα κίνητρο επιστροφής, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Πολλά θα εξαρτηθούν από τα μέτρα που θα ανακοινωθούν. Προς το παρόν το τοπίο γύρω είναι σεληνιακό. Η απόλυτη καταστροφή. Δεν είχα άλλη επιλογή. Αλλωστε δεν είχα ούτε που να μείνω. Μέχρι σήμερα δεν έχω πάει ακόμα την κόρη μου να δει από κοντά το σπίτι».

Ο κ. Παύλου είχε έρθει για σπουδές στην Ελλάδα από την Κύπρο. Εγκαταστάθηκε στο Αχλάδι προ 20 ετών παρά το γεγονός ότι έως τότε είχε ζήσει μόνο σε πόλεις. Αρχικά είχε πάει στη βόρεια Εύβοια ως τουρίστας, αλλά αγάπησε τον τόπο. Με την πρώην σύζυγό του αποφάσισαν να ζήσουν στη φύση. Την πρώτη χρονιά νοίκιασαν ένα κτήμα στα Βασιλικά. Στη συνέχεια δημιούργησαν το σπίτι και το εργαστήριο παραγωγής «σπιτικών», φυτικών καλλυντικών στο Αχλάδι. Το προϊόν το δημιουργούσαν και το παρακολουθούσαν από το χωράφι μέχρι τη συσκευασία και την πώληση. Από την πρώτη ύλη, την οποία καλλιεργούσαν στο κτήμα τους μέχρι την επεξεργασία του που ολοκλήρωναν στο εργαστήριό τους που βρισκόταν κάτω από το σπίτι τους.

Αν και ο ίδιος είχε μια εναλλακτική, δεν παύει να σκέφτεται τους «ρετσινάδες», τους μελισσοκόμους και τους κτηνοτρόφους του χωριού: «Αυτή τη στιγμή κανείς στο χωριό δεν μπορεί να πει ότι διατήρησε το εισόδημά του. Η οικοδομική δραστηριότητα είχε ατονήσει τα χρόνια της κρίσης και όλοι συμπλήρωναν το εισόδημά τους από αγροτικές πηγές. Η νεολαία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα τεράστιο πρόβλημα. Δεν έχουν να ασχοληθούν με τίποτα. Προς το παρόν ίσως απασχολούνται στα προσωρινά αντιπλημμυρικά έργα, αλλά το πρόβλημα θα είναι μακροπρόθεσμο».

Απόγνωση στα χωριά των «ρετσινάδων»

«Το χωριό έχει περίπου 300 μόνιμους κατοίκους. Εκτός των συνταξιούχων είναι σχεδόν όλοι ρητινοκαλλιεργητές και περίπου 2% – 3% είμαστε κτηνοτρόφοι. Ήμαστε ένα ζωντανό χωριό με νέους ανθρώπους. Να φανταστείτε ότι στο Δημοτικό μας φοιτούν 21 παιδάκια. Τώρα τι κάνουμε…» επισημαίνει ο πρόεδρος της κοινότητας, Βασίλης Χριστοδούλου.

Για πολλούς από τους ρητινοκαλλιεργητές, αυτή είναι ακόμα μία φορά που καλούνται να ξεκινήσουν από την αρχή καθώς είτε προέρχονται από οικογένειες απολυμένων είτε ήταν οι ίδιοι τότε νεαροί εργαζόμενοι στο εργοστάσιο του Σκαλιστήρη στο Μαντούδι, το οριστικό κλείσιμο του οποίου τη δεκαετία του ΄90 μετέτρεψε την περιοχή σε θύλακα ανεργίας με ποσοστό που έφτανε το 75%!

«Ο λόγος που έμειναν στην περιοχή ήταν τα πεύκα και η ρητίνη, αλλά πλέον με όλα τα πεύκα καμένα βρίσκονται σε απόγνωση, ζουν σε απόλυτη ανασφάλεια χωρίς να ξέρουν τι θα τους ξημερώσει αύριο. Ημαστε το πρώτο χωριό στην Ελλάδα στην παραγωγή ρητίνης με 700 τόνους από έναν τόπο με 300 κατοίκους. Ολοι περιμένουμε το πρόγραμμα να δούμε τι είναι και πότε θα ξεκινήσει» λέει ο κ. Χριστοδούλου.

Προσωρινά οι κάτοικοι του χωριού απασχολούνται στις εργασίες κοπής των πεύκων εκατέρωθεν της κεντρικής επαρχιακής οδού: «Αλλά κι αυτή είναι μια εργολαβία που σε λίγες ημέρες τελειώνει. Πολλές οικογένειες σκέφτονται ήδη να φύγουν».

Σε 40 χρόνια ξανά δυνατότητα ρητίνευσης στο καμένο δάσος

Τη διερεύνηση από την Πολιτεία της δυνατότητας ρητίνευσης σε δάση σε νοτιότερες περιοχές της Εύβοιας ή ακόμα και νησιών όπως η Σκιάθος και η Σκόπελος προτείνει ο επίκουρος καθηγητής Δασολογιας του ΔΠΘ, Γιώργος Κοράκης.

«Οι άνθρωποι είχαν αυτήν την παραδοσιακή ασχολία, την οποια δεν είχαν αφήσει όπως συνέβη σε άλλες περιοχές, για παράδειγμα στα Μέγαρα, στα Γεράνεια Ορη. Κάποιοι οικισμοί ήταν 100% εξαρτώμενοι από την παραγωγή της ρητίνης και ίσως και καυσοξύλου. Είχε καλή ποιότητα, είχε καλή ποσότητα. Μπορεί να γίνει μια προσπάθεια αυτοί οι άνθρωποι να ρητινεύσουν νοτιότερα στο δάσος του Προκοπίου ανάμεσα στην Κύμη, το Προκόπι και τη Δίρφη. Υπάρχουν πευκοδάση που χωρούν κάποιους απ΄αυτούς – αν και όχι όλους – να μετακινηθούν νοτιότερα. Αυτά τα ενδεχόμενα πρέπει να εξεταστούν σοβαρά από την Πολιτεία. Θα μπορούσε να γίνει σχετικά γρήγορα σε συνεννόηση με τους δασοκτήμονες και τη Δασική Υπηρεσία καθώς υπάρχουν δημόσια και ιδιωτικά δάση» επισημαίνει ο ίδιος στο «ethnos.gr» συμπληρώνοντας μετά την περιοδεία του στην περιοχή πως η καταστροφη αγγίζει 19 χωριά με πολλούς κατοίκους να έχουν απομείνει πλέον με μηδενικό εισόδημα.

Για το δάσος που κάηκε ο κ. Κοράκης επισημαίνει ότι επρόκειτο για ένα ώριμο και ιδιαίτερα παραγωγικό δάσος, το οποίο όχι μόνο δεν είχε εξαντλήσει το ποσοστό της παραγωγής του, αλλά είχε χαλέπιο πεύκη σε μεγάλη έκταση και καλή ηλικία και θα μπορούσε να αποδώσει ακόμα περισσότερο. Πλέον όμως θα χρειαστούν δεκαετίες για να επανέλθει στο σημείο αυτό: «Το δάσος σταδιακά θα αναγεννηθεί. Για να έχει τη διάμετρο που απαιτείται ώστε να κάνεις μέτωπο ρητίνευσης όμως, θα απαιτηθούν τουλάχιστον 30 χρόνια ίσως και 40. Στο ίδιο δάσος θα μπορέσει να ασχοληθεί η επόμενη γενιά ρητινοπαραγωγών» σημειώνει χαρακτηριστικά.

Δεδομένης της πρωτοφανούς καταστροφής και της ανάγκης πολλά πράγματα να επανεκκινήσουν από την αρχη, ο καθηγητής του ΔΠΘ υπογραμμίζει ότι αυτό είναι μια ευκαιρία να γίνει προσπάθεια δημιουργίας σταθμού εκμετάλλευσης της ρητίνης και επιτόπου με στόχο να μην ακολουθήσουν τα χωριά της περιοχής την πορεία ορεινών χωριών της Ελλάδας που κάποτε είχαν 200 οικογένειες και πλέον έχουν 10 ανθρώπους, όπως λέει: «Να μη φεύγει το προιόν αυτό χωρίς προστιθέμενη αξία για προορισμούς εκτός Εύβοιας ώστε να γίνεται αλλού η επεξεργασία και η μεταπώλησή του. Θα μπορούσε να γίνει κάποια μονάδα επεξεργασίας ώστε να αυξηθεί η πρόσοδος, ακολούθως να αυξηθεί το κατά κεφαλήν εισόδημα των απασχολουμένων και να αμβλυνθούν οι συνέπειες της καταστροφής. Να ακολουθηθεί ένα νέο μοντέλο εκμετάλλευσης που θα είναι πιο κάθετο και δε θα αφορά μόνο τη συλλογή κι εξαγωγή από την Εύβοια».

Σύμφωνα με την ενημέρωση που είχε ο ίδιος από το Δασαρχείο Λίμνης, για τη μετάβαση στην επόμενη μέρα το ιδανικό σε πρώτη φάση είναι να ενισχυθούν τα δασαρχεία, να εκπονήσουν με αυτεπιστασία τα αντιπλημμυρικά έργα για την προστασία των οικισμών αλλά και τα αντιδιαβρωτικά για την προστασία του οικοσυστήματος απασχολώντας τον ντόπιο πληθυσμό ως δασεργάτες σε πρώτη φάση για φέτος.

Στη συνέχεια οι άνθρωποι αυτοί θα μπορούσα να δουλέψουν στις συμπληρωματικές φυτεύσεις όπου χρειαστεί να βοηθηθεί η φυσική αναγέννηση του δάσους, ενώ ορισμένοι θα μπορούσαν να απασχοληθούν και σε βάθος 10ετίας στην «καλλιέργεια» του νέου δάσους για να προστατευτεί από εξωτερικούς παραγοντες και να αυξηθεί. Πρόκειται γι΄αυτό που οι δασολόγοι ονομάζουν καθαρισμούς και αφορά μια πρώτη αραίωση: «Οι κινήσεις αυτες θα βοηθούσαν τους μεγαλύτερους να συμπληρώσουν τα ένσημα που τους λείπουν και να αποτελέσουν μια γέφυρα μέχρι τη συνταξιοδότησή τους» τονίζει ο κ. Κοράκης.

Πηγή: Έθνος

Subscribe to our Newsletter. Let's stay updated!

Related posts

Γυμναστική και κολύμπι για άλογα και σκύλους στις θάλασσες της Κύπρου (ΒΙΝΤΕΟ)

Taste and Hospitality

Τέλος σε πλαστικά μιας χρήσης από τον Ιούλιο

Taste and Hospitality

«Ριβιέρα Ακάμας»: Το πλάνο του Υφ.Τουρισμού

Taste and Hospitality

Αφηστε ενα σχολιο

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη εμπειρία στην ιστοσελίδα μας.
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.

Αποδοχή Μάθε περισσότερα

error: Content is protected !!